Οι πιο επιθετικοί και φιλοπόλεμοι από τους επικριτές του αμερικανού προέδρου υποστηρίζουν ότι οι αμερικανικές απειλές δεν είναι αξιόπιστες, επειδή η Αμερική είναι απρόθυμη να πλήξει το ίδιο το Ιράν.

«Η αποτροπή είναι μια απλή έννοια» υπενθυμίζει ο Economist, η οποία προβλέπει τη χρήση της απειλής της βίας, ούτως ώστε να αποτραπεί ο όποιος εχθρός να κάνει κάτι. Θεωρητικά, λοιπόν, ο περιορισμός, αν όχι ακριβώς η τιθάσευση του Ιράν, θα έπρεπε να είναι εύκολη υπόθεση για τις ΗΠΑ, δεδομένου ότι διαθέτουν έναν πανίσχυρο παγκόσμιο στρατό, ενώ οι Ιρανοί εξακολουθούν να βασίζονται σε πολεμικά πλοία και μαχητικά αεροσκάφη «που χρονολογούνται πριν από την προσελήνωση», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά το βρετανικό μέσο.

Στην πράξη, όμως, η αποτροπή του Ιράν, στο πλαίσιο του πολέμου που εξακολουθεί να μαίνεται στη Γάζα, αποδεικνύεται πολύ πιο δύσκολη. «Είναι δύσκολο να αναχαιτιστούν οι αντάρτες και οι πολιτοφυλακές μέσω αεροπορικών επιδρομών. Οι στόχοι τους είναι η φθορά και η επιβίωση –όχι η εύρυθμη διακυβέρνηση– και είναι πρόθυμοι να υποστούν απώλειες. Η πλήρους κλίμακας εισβολή είναι ο μόνος πραγματικός τρόπος αποτροπής τους και το ιστορικό τέτοιων παρεμβάσεων είναι διδακτικό» γράφουν οι δημοσιογράφοι του Economist.

Από την 7η Οκτωβρίου και την εισβολή των ισραηλινών δυνάμεων στη Λωρίδα της Γάζας, ένοπλες οργανώσεις στη Συρία και στο Ιράκ που πρόσκεινται στην Τεχεράνη και υποστηρίζονται από τους αγιατολάδες πραγματοποιήσαν περισσότερες από 160 επιθέσεις εναντίον αμερικανικών δυνάμεων. Ορισμένες ήταν ακίνδυνες, αλλά όχι εκείνη της 28ης Ιανουαρίου, κατά την οποία σκοτώθηκαν τρία μέλη του αμερικανικού στρατού σε μια βάση στη βορειοανατολική Ιορδανία. Συγχρόνως, οι Χούθι της Υεμένης, οι οποίοι επίσης υποστηρίζονται από το Ιράν, βάλλουν εδώ και μήνες με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη εναντίον εμπορικών πλοίων στην Ερυθρά Θάλασσα, φράζοντας, ουσιαστικά, μια πλωτή οδό μέσω της οποίας πραγματοποιείται περίπου το 30% του παγκόσμιου εμπορίου εμπορευματοκιβωτίων.

Αναμενόμενα, κάποια στιγμή οι ΗΠΑ άρχισαν να αντεπιτίθενται, βομβαρδίζοντας περισσότερους από 85 στόχους στο δυτικό Ιράκ και στην ανατολική Συρία, στο πλαίσιο του πρώτου γύρου, όπως εξήγησε ο Τζο Μπάιντεν, των πολλαπλών αμερικανικών αντιποίνων για τη φονική επίθεση στην Ιορδανία. Την επομένη έβαλαν κατά στόχων των Χούθι και ξανά στις 5 Φεβρουαρίου, συνεχίζοντας την εκστρατεία τους κατά των υεμενιτών ανταρτών. «Ωστόσο οι επιθέσεις από οργανώσεις που υποστηρίζονται από το Ιράν συνεχίζονται ακόμη και μετά τα πλήγματα που θεωρητικά αποσκοπούσαν στην αποτροπή τους» σημειώνει ο Economist. Γιατί όμως;

Οι πιο επιθετικοί και φιλοπόλεμοι από τους επικριτές του αμερικανού προέδρου υποστηρίζουν ότι οι αμερικανικές απειλές δεν είναι αξιόπιστες, επειδή η Αμερική είναι απρόθυμη να πλήξει το ίδιο το Ιράν. «Η κυβέρνηση Μπάιντεν μπορεί να βγάλει από τη μέση όσους πληρεξούσιους του Ιράν θέλει, αλλά αυτό δεν θα αποτρέψει την ιρανική επιθετικότητα» δήλωσε σχετικά ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκράχαμ. Τα γεράκια στο Κογκρέσο ζητούν κατευθείαν επιθέσεις στην επικράτεια του Ιράν, επικαλούμενα, μάλιστα, το θετικό προηγούμενο της επιχείρησης «Praying Mantis», κατά τη διάρκεια των αποκαλούμενων «πολέμων των τάνκερ» της δεκαετίας του 1980. Τ

ότε οι ΗΠΑ βύθισαν πέντε πολεμικά πλοία του Ιράν και κατέστρεψαν δύο από τις εξέδρες του άντλησης πετρελαίου στον Περσικό Κόλπο. Την ίδια ώρα, αριστερόστροφοι επικριτές του Τζο Μπάιντεν προβάλλουν ένα διαφορετικό επιχείρημα: χαρακτηρίζουν τη συζήτηση περί αποτροπής –πέρα από φιλοπόλεμη– άστοχη και προτείνουν ως λύση τον τερματισμό του πολέμου στη Γάζα, υποστηρίζοντας ότι αν το Ισραήλ πάψει να σκοτώνει Παλαιστίνιους στη Γάζα, οι πολιτοφυλακές που υποστηρίζονται από το Ιράν ενδεχομένως να σταματήσουν να βάλλουν κατά αμερικανικών και λοιπών Δυτικών στόχων. Ομως οι αναλυτές του Economist υποστηρίζουν πως «αμφότερα τα επιχειρήματα δεν πετυχαίνουν τον στόχο». Οσον αφορά τη θέση των γερακιών, «είναι αλήθεια ότι τα πλήγματα κατά του Ναυτικού του Ιράν το 1988 το ανάγκασαν να μειώσει τις επιθέσεις του σε πετρελαιοφόρα (και να σταματήσει να στοχεύει τους Αμερικανούς). Αλλά το Ιράν του 1988 ήταν εξαντλημένο από έναν καταστροφικό οκταετή πόλεμο εναντίον του Ιράκ του Σαντάμ Χουσεΐν και στερούνταν ισχυρών συμμάχων. Δεν είχε άλλη επιλογή από το να κάνει πίσω. Το σημερινό Ιράν, αντίθετα, διαθέτει ένα ισχυρό δίκτυο πληρεξουσίων και κάποιον βαθμό υποστήριξης, τόσο από τη Ρωσία όσο και από την Κίνα.

Ενας γύρος αμερικανικών επιδρομών θα μπορούσε να το καταστήσει ακόμη πιο επιρρεπές στο να χρησιμοποιήσει αυτούς τους πληρεξούσιους – και, ίσως, να βιαστεί να φτιάξει μια πυρηνική βόμβα, ως ασφάλιση έναντι μελλοντικών επιθέσεων». Οσον αφορά την άποψη των φιλειρηνικών αριστερών, «πολλοί από τους πληρεξούσιους του Ιράν επικαλούνται τη σύρραξη (στη Γάζα) ως δικαιολογία για τις πράξεις τους. Ομως η ιστορία δεν άρχισε την 7η Οκτωβρίου. Οι πολιτοφυλακές στη Συρία και στο Ιράκ έχουν πραγματοποιήσει δεκάδες επιθέσεις εναντίον αμερικανικών στρατευμάτων την τελευταία δεκαετία. Οι Χούθι, επίσης, έχουν ιστορικό επιθέσεων στη ναυτιλία. Το 2018 εκτόξευσαν έναν πύραυλο σε τουρκικό φορτηγό πλοίο που μετέφερε σιτάρι στην Υεμένη και το 2019 κατέλαβαν για σύντομο χρονικό διάστημα δύο νοτιοκορεατικά πλοία. Ο πόλεμος είναι απλώς μια δικαιολογία για την κλιμάκωση αυτού που ήδη έκαναν». Σύμφωνα με τον Economist, η όλη δυσκολία των ΗΠΑ να περιορίσουν την επιθετικότητα του Ιράν και των πληρεξουσίων του «πηγάζει από βαθύτερες αντιφάσεις στην πολιτική (της Αμερικής) για τη Μέση Ανατολή, δηλαδή από την επιθυμία της να απομακρυνθεί από την περιοχή, διατηρώντας ταυτόχρονα στρατεύματα σε αυτήν, μια στρατιωτική παρουσία αρκετά μεγάλη ώστε να προσφέρει ένα μενού στόχων, αλλά πολύ μικρή για την αποτροπή του Ιράν». Το ιρανικό καθεστώς θεωρεί τους πληρεξουσίους του ως ζωτικής σημασίας για την επιβίωσή του, καθώς διεξάγουν έναν μακροχρόνιο πόλεμο φθοράς, επιδιώκοντας να διώξουν τα αμερικανικά στρατεύματα από τη Μέση Ανατολή και να περιορίσουν τους συμμάχους των ΗΠΑ στο Ισραήλ και στον Κόλπο.

«Η αποτροπή μπορεί να έχει αποτέλεσμα μόνον αν αλλάξει αυτή η αντίληψη» υποστηρίζει ο Economist.

«Οι αεροπορικές επιδρομές που ανακοινώνονται μια εβδομάδα νωρίτερα δεν θα κάνουν τη διαφορά, ούτε η αποστολή αεροπλανοφόρων και βομβαρδιστικών μεγάλης εμβέλειας στην περιοχή» προσθέτει. Ισως το Ιράν να μπορούσε να αποθαρρυνθεί από τη χρήση των πληρεξουσίων του εάν πίστευε ότι η Αμερική ήταν έτοιμη να ανατρέψει το καθεστώς της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Ωστόσο, μετά από δύο δεκαετίες αποτυχημένων αμερικανικών επιχειρήσεων στη Μέση Ανατολή, ούτε οι Αμερικανοί ούτε οι Ιρανοί το πιστεύουν αυτό (ακόμη και ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος εφάρμοσε τη «θεωρία του τρελού» του Ρίτσαρντ Νίξον στην εξωτερική πολιτική, δεν επιτέθηκε απευθείας στο Ιράν). Ούτε οι σύμμαχοι των ΗΠΑ στην περιοχή το πιστεύουν. Πριν από μια δεκαετία, το Ισραήλ και ορισμένα κράτη του Κόλπου ενδεχομένως να χαιρέτιζαν αμερικανικά πλήγματα κατά πληρεξουσίων του Ιράν. Τότε, όπως και τώρα, η περιοχή φλεγόταν: το Ιράν βοηθούσε τον Μπασάρ αλ Ασαντ να μετατρέψει τη Συρία σε ερειπιώνα, ενώ οι Χούθι κατέβαιναν από τα οχυρά τους στον Βορρά της Υεμένης για να θέσουν υπό τον έλεγχό τους τα μεγαλύτερα πληθυσμιακά κέντρα της χώρας.

«Μια συνεχής αμερικανική εκστρατεία θα μπορούσε να είχε αλλάξει τον ρου των εμφυλίων πολέμων σε αμφότερες τις χώρες» σημειώνει ο Economist. «Σήμερα, όμως, αυτοί οι πόλεμοι έχουν ουσιαστικά διευθετηθεί – υπέρ των συμμάχων του Ιράν. Το καθεστώς έχει ριζώσει βαθιά σε τέσσερις αραβικές χώρες και λίγες επιδρομές δεν θα τo απομακρύνουν. Γι’ αυτό και η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα προσπάθησαν να βελτιώσουν τις σχέσεις τους με το Ιράν: εάν η Αμερική δεν μπορεί να προστατεύσει τους εταίρους της, θεωρούν ότι ο κατευνασμός μέσω της διπλωματίας και τα οικονομικά κίνητρα είναι μια ασφαλέστερη εναλλακτική λύση» εξηγεί ο Economist. Απευθυνόμενοι σε δημοσιογράφους μετά τα πλήγματα στη Συρία και στο Ιράκ, αμερικανοί αξιωματούχοι δεν μίλησαν για αποτροπή. Αντιθέτως, έκαναν λόγο για προσπάθεια «υποβάθμισης» των δυνατοτήτων των ομάδων που υποστηρίζονται από το Ιράν και αυτός θα μπορούσε, όντως, να είναι ένας πιο ρεαλιστικός στόχος, δεδομένου ότι εάν οι ΗΠΑ ανατινάξουν αρκετούς αντιπλοϊκούς πυραύλους των Χούθι, θα αναγκαστούν, εκ των πραγμάτων, να σταματήσουν (τουλάχιστον έως ότου το Ιράν μπορέσει να τους προμηθεύσει με άλλους) να βάλλουν κατά εμπορικών πλοίων Δυτικών συμφερόντων. Αλλά αυτό θα απαιτούσε μια παρατεταμένη εκστρατεία του είδους που θα ήθελε να αποφύγει ο Τζο Μπάιντεν, γεγονός που αναδεικνύει την ουσία του προβλήματος: «Στη Μέση Ανατολή, η Αμερική αμφιταλαντεύεται μεταξύ της αποχώρησης και της παραμονής και δεν μπορεί να αποφασίσει τι να κάνει με τις δυνάμεις που εξακολουθεί να έχει στην περιοχή. Το στάτους κβο δεν λειτουργεί – και, παραδόξως, είναι το Ιράν αυτό που απέτρεψε τις ΗΠΑ από το να το αλλάξουν», σύμφωνα πάντα με το έγκριτο βρετανικό έντυπο.

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο

Πηγή: pagenews.gr