Ο Γερμανός Καγκελάριος είναι αποφασισμένος να συνεχίσει και να φθάσει μέχρι τέλους την επιλογή του αναφορικά με την συμφωνία με τον κινεζικό ναυτιλιακό κολοσσό της Cosco

Ο Γερμανός Καγκελάριος είναι αποφασισμένος να συνεχίσει και να φθάσει μέχρι τέλους την επιλογή του αναφορικά με την συμφωνία με τον κινεζικό ναυτιλιακό κολοσσό της Cosco και την απόκτηση σχεδόν του 25% σε τερματικό σταθμό εμπορευματοκιβωτίων στο λιμάνι του Αμβούργου.

Το νέο επεισόδιο στην υπόθεση του λιμανιού του Αμβούργου δημιουργεί νέες διαμάχες στη Γερμανία αλλά και στο διεθνές περιβάλλον της χώρας. Η μεταφορά της λειτουργίας τερματικού σταθμού στο τρίτο λιμάνι της Ευρώπης λόγω του έργου μεταφοράς της λειτουργίας τερματικού σταθμού.

Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη εξέλιξη, ο Γερμανός Καγκελάριος Όλαφ Σολτς υποχωρεί, αλλά μόνον εν μέρει, μειώνοντας την κινεζική παρουσία από το 35 στο 24,9%.

Οι εσωτερικοί κραδασμοί

Έξι υπουργεία αντιδρούν στους σχεδιασμούς του Ο. Σολτς, με κορυφαία τα Υπουργεία Οικονομικών, Οικονομίας και Μεταφορών, που διαπιστώνουν την πιθανή διαρροή τεχνογνωσίας προς τη σοσιαλιστική και ολοκληρωτική Κίνα, η οποία, επιπλέον, είναι πιθανόν να αποκτήσει και πρόσβαση σε απόρρητα μυστικά της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Στις υπουργικές αποφάσεις προστίθενται οι επίμονες διαφωνίες που διατυπώνονται από τους άλλους δύο κυβερνητικούς εταίρους του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος υπό τον Σολτς. Πρόκειται για το φιλελεύθερο κόμμα των Ελεύθερων Δημοκρατών και του κόμματος των Πρασίνων.

Με την πολιτική που ακολουθεί ο Σολτς, υπονομεύει την ενότητα του κυβερνητικού συνασπισμού, ο οποίος μετράει τις πολιτικές αντοχές του. Η οικονομία και η ασφάλεια προτάσσονται από τους Πράσινους. Η οικολόγος Υπουργός Εξωτερικών, Αναλένα Μπέρμποκ, είναι ιδιαίτερα επικριτική απέναντι στη συμφωνία και επικαλείται τη «στρατηγική» αντίθεση με την Κίνα και τη Ρωσία, μετά το ξέσπασμα του πολέμου στη Γερμανία. Για τους φιλελεύθερους κυβερνητικούς εταίρους, υπάρχει ο κίνδυνος της κινεζικής επιρροής σε άλλα ευρωπαϊκά λιμάνια, στοιχείο που θα αποτελούσε για τους διακηρυγμένους επεκτατικούς στόχους της Κίνας. Στο πρόσφατο συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας, είναι ακριβές ότι τέθηκε ως στρατηγικός στόχος να μετατραπεί η Κίνα στην πρώτη παγκόσμια υπερδύναμη.

Η πιο πρόσφατη αντίθεση είναι αυτή του Γερμανού Προέδρου Φρανκ – Βάλτερ Σταϊνμάιερ, ο οποίος τόνισε πως «πρέπει να πάρουμε το μάθημά μας και να μειώσουμε όπου είναι δυνατόν τις μονόπλευρες εξαρτήσεις – και αυτό ισχύει και για την Κίνα».

Οι αντιδράσεις πυκνώνουν ολοένα και περισσότερο, με την Ευρωπαϊκή Ένωση να αφήνει να διαρρεύσουν και οι δικές της ενστάσεις.

Οι εξωτερικές ενστάσεις

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ασχολήθηκε με την υπόθεση και προχώρησε σε αρνητική γνώμη, θεωρώντας ότι ευαίσθητες πληροφορίες για τη λιμενική δραστηριότητα θα μπορούσαν να διαβιβαστούν στην Κίνα. Πράγματι, η Ε.Ε. αποδίδει ξεχωριστή σημασία στην προστασία των υποδομών ζωτικής σημασίας μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.

Ωστόσο, πρέπει να επισημανθεί ότι η γνώμη της Επιτροπής είναι απλώς συμβουλευτική, με την τελική απόφαση να παραμένει στα χέρια της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης.

Ο μοναχικός δρόμος του Όλαφ Σολτς είναι, λοιπόν, μια προσωπική του απόφαση και επιλογή. Ο κυβερνητικός συνασπισμός διαπερνάται από μια σοβαρή, εσωτερική κρίση, η αντίθεση του Γερμανού Προέδρου δημιουργεί σημαντικές θεσμικές τριβές και η Ε.Ε. εκφράζει τις αιτιάσεις της.

Το ζήτημα της ερμηνείας των κινήτρων του σοσιαλδημοκράτη Καγκελάριου παραπέμπει στην καταφατική στάση που τηρούν οι γερμανικοί οικονομικοί κολλοσοί έναντι των αποφάσεων του Ο. Σολτς. Οι εκπρόσωποι των πιο ισχυρών επιχειρηματικών ομίλων ισχυρίζονται ότι, μέσω του έργου αυτού, θα επανέλθει αφενός η εξάρτηση από μια μεγάλη χώρα, αλλά, αφετέρου, θα τονωθούν οι εμπορικές σχέσεις με τον κινεζικό παράγοντα, εξέλιξη που θα συντείνει στη βελτίωση των γερμανικών μακροοικονομικών δεικτών και στην τόνωση της εσωτερικής αγοράς, αν και επ’ αυτού τηρούν τελείως διαφορετική στάση μεσαίου βεληνεκούς γερμανικές οικονομικές μονάδες.

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο

Πηγή: pagenews.gr