Ο πρωθυπουργός είναι το κέντρο βάρους του εκτελεστικού και συνολικότερα του πολιτεύματος, αφήνοντας για τον αρχηγό του κράτους αρμοδιότητες, οι οποίες είναι περισσότερο ονομαστικές παρά ουσιαστικές. Από πρώτος μεταξύ ίσων ο πρωθυπουργός «προήχθη», νομικά και πολιτικά, σε «μόνο πρώτο».

Διάχυτη είναι η εντύπωση σε κοινή γνώμη και δημοσιογράφους ότι, στις σημερινές εκλογές, οι πολίτες προσέρχονται στις κάλπες, περισσότερο για να εκλέξουν τον επόμενο πρωθυπουργό της χώρας για μία τετραετία, τον επόμενο πρόεδρο της κυβέρνησης δηλαδή, παρά την επόμενη κυβέρνηση συνολικά. Αυτή η εξέλιξη, η οποία καταγράφεται εδώ και αρκετά χρόνια σε άλλα δυτικά πολιτικά συστήματα, απορρέει από ορισμένους κρίσιμους θεσμικούς και πολιτικούς παράγοντες.

Είναι πριν από όλα καθολικά αποδεκτό ότι, μετά την συνταγματική αναθεώρηση του 1986, το δημοκρατικό πολίτευμά της έγινε πρωθυπουργοκεντρικό, στοιχείο που είναι ενδιαφέρον ότι κανένα μεγάλο κόμμα εξουσίας δεν θέλησε να εξαλείψει. Ο πρωθυπουργός είναι το κέντρο βάρους του εκτελεστικού και συνολικότερα του πολιτεύματος, αφήνοντας για τον αρχηγό του κράτους αρμοδιότητες, οι οποίες είναι περισσότερο ονομαστικές παρά ουσιαστικές. Από πρώτος μεταξύ ίσων ο πρωθυπουργός «προήχθη», νομικά και πολιτικά, σε «μόνο πρώτο».

Αυτή η σοβαρή τομή στους δημοκρατικούς πολιτικούς θεσμούς της χώρας είχε ως αποτέλεσμα ο πρωθυπουργός ως μεμονωμένο πρόσωπο να συγκεντρώνει και να ασκεί σταδιακά ευρύτερες εξουσίες και να καθίσταται
σταδιακά στο πρόσωπο της κεντρικής πολιτικής σκηνής, που συγκεντρώνει το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης και των μέσων ενημέρωσης. Η ενίσχυση του πρωθυπουργοκεντρικού χαρακτήρα του πολιτεύματός μας διευκολύνεται στην πράξη και από την δικομματική φύση του κομματικού μας συστήματος και του πολιτικού παίγνιου. Στην Ελλάδα εναλλάσσονται στην εξουσία δύο κόμματα, με την Νέα Δημοκρατία να αποτελεί διαχρονικά τη
βασική κομματική έκφραση της κεντροδεξιάς και με τον Σύριζα ή το ΠΑΣΟΚ να δεσπόζει στα κεντροαριστερά του πολιτικού συνεχούς. Δικομματικός πολιτικός αγώνας σημαίνει, διαρκώς και περισσότερο, πολιτικός ανταγωνισμός ανάμεσα σε δύο πρόσωπα: τον πρόεδρο του κυβερνώντος κόμματος, τον αρχηγό της μείζονος αντιπολίτευσης.

Επιχειρώντας να εγγράψουμε αυτήν την νέα πόλωση γύρω από δύο πρόσωπα στο επίπεδο της τρέχουσα εκλογικής αντιπαράθεσης, εύκολα διαπιστώνουμε ότι το «δίδυμο» είναι αυτό μεταξύ του προέδρου της ΝΔ και του αρχηγού του Σύριζα – Προοδευτική Συμμαχία. Κυριάκος Μητσοτάκης εναντίον Αλέξη Τσίπρα ή Αλέξης Τσίπρας εναντίον Κυριάκου Μητσοτάκη είναι το «πολιτικό δίδυμο», που αναμετράται κυρίως σήμερα στα μάτια του εκλογικού σώματος. Ενδεικτική προς τούτο είναι η ολοένα και συχνότερη αναφορά στο όνομα του προέδρου του κόμματος παρά στο ίδιο το κόμμα.

«Μητσοτάκης» σημαίνει ΝΔ και, κατ’ αναλογίαν, «Τσίπρας» σημαίνει Σύριζα. Και ανάμεσα στους δύο σημερινούς «μονομάχους» ο Κυριάκος Μητσοτάκης υπερτερεί σε κοινωνική απήχηση, σε πολιτική δημοφιλία και σε
διαχειριστικές και διοικητικές δεξιότητες έναντι του «γενικόλογου» και ριζοσπάστη αριστερού Αλέξη Τσίπρα. Έτσι, ο πρωθυπουργός είναι το δυνατό χαρτί του κυβερνώντος κόμματος, ενώ είναι συζητήσιμο και ανοιχτό το
ερώτημα σχετικά με το εάν είναι προωθητική ή όχι η προεδρία του Αλ. Τσίπρα για τον Σύριζα. Εν κατακλείδι, το ερώτημα, το οποίο τίθεται πέρα από τη σημερινή «μονομαχία» Μητσοτάκη – Τσίπρα, είναι εάν είναι θετική ή αρνητική εξέλιξη αυτή η προσωποποίηση των πολιτικών διακυβευμάτων. Είναι βέβαιο ότι είναι πριν από όλα ψευδής, γιατί υπάρχουν επιτελεία, σύμβουλοι και κομματικά μέλη που εργάζονται για τον πολιτικό. Και η προσωποποίηση αυτή βάζει το ζήτημα της υπερσυγκέντρωσης εξουσίας στα χέρια ενός προσώπου,
συνεπώς θέτει ζήτημα δημοκρατικότητας των πολιτικών θεσμών μας και νέας πολιτικής λογοδοσίας των πανίσχυρων πρωθυπουργών μας.

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο

Πηγή: pagenews.gr