Ο Μανώλης Σταυρουλάκης γράφει στο pagenews.gr για τον Εμμανουέλ Μακρόν και τη Μαρίν Λε Πεν και τους λόγους για τους οποίους είναι πιθανό να βρισκόμαστε μπροστά σε μια επανάληψη της αναμέτρησης των δυο υποψηφίων, όπως αυτή διεξήχθη το 2017,

Το ισχυρά πιθανολογούμενο πέρασμα της Λε Πεν στον δεύτερο και κρισιμότερο γύρο των γαλλικών προεδρικών εκλογών είναι το πιο πρόσφατο επεισόδιο της ευρωπαϊκής άκρας δεξιάς. Μιας δεξιάς που κινείται στα δεξιά της δεξιάς, δηλαδή. Αλλά, ταυτόχρονα, και μιας δεξιάς που έτεινε να ξεχαστεί στη Γηραιά Ήπειρο.

Στη συλλογική πολιτική συνείδηση, η άκρα δεξιά ήταν μεταπολεμικά χαρακτηρισμένη από αρνητικές συνδηλώσεις και από επώδυνες ιστορικές εμπειρίες. Το άκουσμά της συνδυαζόταν, κατά το μάλλον ή ήττον, με τη ναζιστική θηριωδία και τα φασιστικά εγκλήματα. Οι φρικαλεότητες αυτές τοποθετούνταν στο περιθώριο της πολιτικής συνείδησης των πολιτών.

Η περιθωριακή αυτή τοποθέτηση της άκρας δεξιάς εξακολούθησε να ισχύει και πιο πρόσφατα, μετά την ταυτόχρονη σχεδόν πτώση των τριών μεσογειακών δικτατοριών: της δικτατορίας του Σαλαζάρ στην Πορτογαλία, του δικτατορικού καθεστώτος στην Ισπανία του Φράνκο, της Χούντας των Συνταγματαρχών στη Χώρα μας.

Εξετάζοντας, όμως, κανείς πιο προσεκτικά τις συλλογικές αναπαραστάσεις του ακροδεξιού πολιτικού λόγου, παρατηρεί ότι η ακραία αυτή ρητορική διατηρεί, σε αυτά τα πρώτα χρόνια του εικοστού πρώτου αιώνα, μόνον ορισμένα δάνεια από την ιστορική της κληρονομιά, όπως είναι, παραδείγματος χάριν, ο σφοδρός αντικομμουνισμός, αν και το αντίπαλο δέος του σοβιετικού ολοκληρωτισμού κατέρρευσε εδώ και τριάντα χρόνια.

Η Μαρίν Λε Πεν έχει επίγνωση αυτού του ποιοτικού μετασχηματισμού του ακροδεξιού λόγου και δεν αναλώνεται σε αντικομμουνιστικά ρητορικά σχήματα. Το κοινωνικό έδαφος από την εποχή του Εθνικού Μετώπου του πατρός Λε Πεν έχει αλλάξει σημαντικά και αυτό το στοιχείο είναι ένας από τους λόγους που την άγουν να εκφέρει έναν τυπικά σύγχρονό μας ακροδεξιό λόγο. Αυτός επιδιώκει τη σύζευξη του πολιτισμικού στοιχείου και του οικονομικού παράγοντα.

Ο σεβασμός στην παραδοσιακή ιεραρχία, ο υπερτονισμός του αγαθού της δημόσιας ασφάλειας και οι συνεχείς αναφορές στην προάσπιση της εθνικής ταυτότητας των Γάλλων είναι στοιχεία πολιτισμικά που επιδιώκεται να συσχετισθούν, με σχέσεις αιτίας – αιτιατού,. με υλικές παραμέτρους της ύπαρξης, όπως είναι η αγοραστική δύναμη και ο πληθωρισμός που καταγράφεται, συνθέτουν μια ελκυστική ρητορεία για Γάλλους εκλογείς. Όχι όμως για όλα τα εκλογικά ακροατήρια. Μπορεί αυτός ο λόγος να ακούγεται θελκτικός για τους ψηφοφόρους του Ζεμούρ, ακόμη και για το εκλογικό ακροατήριο του αριστερού υποψηφίου Μελανσόν, αλλά όχι για το εκλογικό σώμα του Μακρόν.

Οι εκλογείς που κοιτάζουν προς την πλευρά του Γάλλου Προέδρου δεν έχουν αντιμεταναστευτικές τάσεις, αναγνωρίζουν τα θεσμικά προτερήματα της φιλελεύθερης δημοκρατίας, τις ευκαιρίες ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας που παρέχει η οικονομία τη αγοράς, αναφέρονται στην ιδέα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, δεν τρέφουν ξενοφοβικά σύνδρομα.

Με αυτήν την έννοια, πιθανώς βρισκόμαστε μπροστά σε μια επανάληψη της αναμέτρησης των δυο υποψηφίων, όπως αυτή διεξήχθη το 2017, της αντιπαράθεσης ανάμεσα σε δύο διαφορετικά εκλογικά σώματα, σε δυο διαφορετικά ακροατήρια. Κι είναι αυτό το πρωταρχικό σημείο που καθιστά την αναμέτρηση αυτή ακόμη πιο ενδιαφέρουσα,

Γράψτε το σχόλιο σας

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο

Πηγή: pagenews.gr